Λίγα λόγια για εμάς...


Καλώς ήρθατε στο Blog της Λέσχης Ανάγνωσης και Φιλαναγνωσίας, το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο "Κυριάκος Παπαδόπουλος" του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου το 2015.
Το Blog δημιουργήθηκε το 2013, με αφορμή τη Λέσχη Ανάγνωσης Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο των δράσεων του Τμήματος Πολιτιστικών Θεμάτων της Δ/νσης και στεγάζεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κορωπίου. Στόχος της Λέσχης είναι μέσα από την ανάγνωση βιβλίων παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, την ανταλλαγή απόψεων και το σχεδιασμό φιλαναγνωστικών δραστηριοτήτων, να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά ως δράση στον εκπαιδευτικό κύκλο και κατ' επέκταση στους μαθητές.
Οι δραστηριότητες φιλαναγνωσίας, οι δράσεις και οι ιδέες που προκύπτουν μέσα από τις συναντήσεις της Λέσχης, θα παρουσιάζονται μέσα από το Βlog, ενώ ταυτόχρονα θα προτείνονται βιβλία θεματικά, θα παρουσιάζονται οι νέες κυκλοφορίες βιβλίων και θα προβάλλονται δράσεις φιλαναγνωσίας σε σχολεία.
Υπεύθυνη συντονισμού της Λέσχης και διαχειρίστρια του Blog είναι η Χρύσα Κουράκη, Υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων της Δ/νσης.

Από το Σεπτέμβριο του 2016, μόνιμες συνεργάτιδες του blog είναι η εκπαιδευτικός Τζελίνα Βογιατζόγλου και η συγγραφέας Βασιλική Κατέρη, η οποία έχει αναλάβει τη θεματική ενότητα "Η τέρψη της ανάγνωσης", με σκοπό από τη ματιά του απλού αναγνώστη -και όχι του εκπαιδευτικού- να σχολιάζει βιβλία που προσφέρουν τη χαρά της ανάγνωσης στα παιδιά.
mail επικοινωνίας:
ckouraki@hotmail.gr






Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ο Βασίλης Κουτσιαρής εξομολογείται... παιδικές του αναμνήσεις με αφορμή το νέο του βιβλίο "Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα"


(Για να δείτε περισσότερα για το βιβλίο εδώ) 
Ο Βασίλης Κουτσιαρής με το νέο του βιβλίο επιλέγει να μας μιλήσει για το φόβο κάπως... διαφορετικά.
Μέσα από το κλασικό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, επιλέγοντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνοδευόμενη από την καταπληκτική εικονογράφηση της Θέντας Μιμηλάκη, μάς δίνει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Κοκκινοσκουφίτσας στο δάσος. Η Κοκκινοσκουφίτσα ακούει προσεκτικά τις εντολές της μαμάς, φοβάται να βγει στο δάσος, αλλά το κάνει, διστάζει να κόψει τα λουλούδια, αλλά τελικά παρασύρεται από την επιθυμία της και καθυστερεί, παλεύει εσωτερικά για να χτυπήσει την πόρτα της γιαγιάς, αλλά υπακούει στο καθήκον, θέλει να φύγει μακριά αλλά δεν μπορεί και τελικά με τρόμο βάζει τα κλάματα. Κι εδώ έρχεται η ανατροπή στην αφήγηση, καθώς ανακαλύπτουμε πως η κάθαρση έρχεται με παράδοξο και αναπάντεχο τρόπο, μέσα από μια μορφή εγκιβωτισμένης αφήγησης.
Χωρίς να αποκαλύψω περισσότερα και χαθεί η μαγεία του τέλους, θα ήθελα μόνο να επισημάνω πως παρόλο που η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να γράψει για τον παιδικό φόβο (γι αυτό στο τέλος υπάρχει και σχετικό σημείωμα από την ψυχολόγο Μαρία Δρόσου), η Κοκκινοσκουφίτσα του Βασίλη Κουτσιαρή δε μένει μόνο εκεί. Μέσα από την προσωπική μου ανάγνωση διέκρινα όλα τα χαρακτηριστικά ενός παιδιού που εκφοβίζεται,παρενοχλείται, απειλείται, υποφέρει αλλά δε μιλάει, παλεύει εσωτερικά και τελικά παραδέχεται πως έπρεπε να μιλήσει νωρίτερα. Την αίσθησή μου αυτή επιτείνει και η εικονογράφηση τόσο με την επιλογή των χρωμάτων, όσο και με την επιλογή παρουσίασης της Κοκκινοσκουφίτσας ντυμένης με μακριά κάπα και με πολύ μακρύ μαλλί, στοιχεία που συνειρμικά μου δίνουν την αίσθηση του εγκλωβισμού και της αδυναμίας κινήσεων. Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο, που μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα...
Με αφορμή τα συναισθήματα που γεννά το νέο του βιβλίο ο Βασίλης Κουτσιαρής μάς εξομολογείται μια δική του σχετική παιδική ανάμνηση. Ας την απολαύσουμε...

Το κρυφτό
   Το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το κρυφτό. Όταν άρχιζε να νυχτώνει ένα ένα τα παιδιά της γειτονιάς βγαίναμε έξω. Όποιος αργούσε να έρθει, τρέχαμε στο σπίτι του και τον φωνάζαμε. Αν τύχαινε να είμαι εγώ αυτός που είχα αργήσει, ήταν γιατί έτρωγα. Άρπαζα ένα κομμάτι τυρί και μια φέτα ψωμί και έβγαινα έξω. Η μαμά μού φώναζε αλλά εγώ δεν ήθελα να αργήσω.        Μαζευόμασταν καμιά δεκαριά παιδιά. Αγόρια κυρίως αλλά και κορίτσια. Υπήρχε απέναντι από το σπίτι μου μια αλάνα, ιδανική για κρυψώνες. Εκεί επιλέγαμε συνήθως να πηγαίνουμε. Και λέω συνήθως γιατί αργότερα ανακαλύψαμε και ένα δωμάτιο, γιαπί ακόμα, στο σπίτι ενός γείτονα. Αυτό ήταν ακόμα πιο τρομακτικό. Όχι τόσο για μας που πηγαίναμε, μια που ήμασταν αρκετοί, αλλά για αυτόν που ερχόταν να μας βρει. Απέφευγε να μπει μέσα και έμπαινε μόνο όταν άκουγε γέλια. 
   Έτσι μπήκα και γω μια μέρα. Γιατί άκουσα γέλια. Αυτό τουλάχιστον νόμιζα. Όταν άρχισα να ψηλαφίζω τους σκοτεινούς τοίχους, ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα τρεις τέσσερις που, μόλις τους ακουμπούσα, θα σκάγαμε στα γέλια. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Μέσα δεν υπήρχε κανείς. Έντρομος, έτρεξα έξω και είπα σε όλους τι είχε συμβεί. 
   Δεν αργήσαμε να καθίσουμε όλοι οκλαδόν κάτω από τη λάμπα, ξεχνώντας το παιχνίδι. Τότε κατάλαβα πως ο καθένας μας κάτι είχε να πει. Μια ιστορία που έζησε ή που πίστεψε πως έζησε. Παραφουσκωμένη με τα κατάλληλα υλικά για να κάνει τα μάτια μας να ανοίξουν τόσο πολύ, που φύγαμε δυο δυο για τα σπίτια μας μετά. Και αν η μαμά δεν άναβε το φως της βεράντας, δεν θα περνάγαμε ποτέ την αυλόπορτα για να μπούμε μέσα. 
   Τα χρόνια έχουν περάσει. Η αλάνα έγινε σχολείο, το γιαπί δωμάτιο σπιτιού, τα γειτονόπουλα μεγάλωσαν. Το μόνο που μου θυμίζει πια το κρυφτό είναι οι στύλοι στους δρόμους που εξακολουθούν να λάμπουν, ακόμα και όταν το σκοτάδι απλώνεται πυκνό…

Βασίλης Κουτσιαρής (για να δείτε περισσότερα για το συγγραφέα εδώ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου