Λίγα λόγια για εμάς...


Καλώς ήρθατε στο Blog της Λέσχης Ανάγνωσης και Φιλαναγνωσίας, το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο "Κυριάκος Παπαδόπουλος" του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου το 2015.
Το Blog δημιουργήθηκε το 2013, με αφορμή τη Λέσχη Ανάγνωσης Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο των δράσεων του Τμήματος Πολιτιστικών Θεμάτων της Δ/νσης και στεγάζεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κορωπίου. Στόχος της Λέσχης είναι μέσα από την ανάγνωση βιβλίων παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, την ανταλλαγή απόψεων και το σχεδιασμό φιλαναγνωστικών δραστηριοτήτων, να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά ως δράση στον εκπαιδευτικό κύκλο και κατ' επέκταση στους μαθητές.
Οι δραστηριότητες φιλαναγνωσίας, οι δράσεις και οι ιδέες που προκύπτουν μέσα από τις συναντήσεις της Λέσχης, θα παρουσιάζονται μέσα από το Βlog, ενώ ταυτόχρονα θα προτείνονται βιβλία θεματικά, θα παρουσιάζονται οι νέες κυκλοφορίες βιβλίων και θα προβάλλονται δράσεις φιλαναγνωσίας σε σχολεία.
Υπεύθυνη συντονισμού της Λέσχης και διαχειρίστρια του Blog είναι η Χρύσα Κουράκη, Υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων της Δ/νσης.

Από το Σεπτέμβριο του 2016, συνεργάτιδες του blog είναι η εκπαιδευτικός Τζελίνα Βογιατζόγλου και η συγγραφέας Βασιλική Κατέρη, η οποία έχει αναλάβει τη θεματική ενότητα "Η τέρψη της ανάγνωσης", με σκοπό από τη ματιά του απλού αναγνώστη -και όχι του εκπαιδευτικού- να σχολιάζει βιβλία που προσφέρουν τη χαρά της ανάγνωσης στα παιδιά.
mail επικοινωνίας:
ckouraki@hotmail.gr






Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι συγγραφείς εξομολογούνται.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι συγγραφείς εξομολογούνται.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Ο Βασίλης Κουτσιαρής εξομολογείται... παιδικές του αναμνήσεις με αφορμή το νέο του βιβλίο "Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα"


(Για να δείτε περισσότερα για το βιβλίο εδώ) 
Ο Βασίλης Κουτσιαρής με το νέο του βιβλίο επιλέγει να μας μιλήσει για το φόβο κάπως... διαφορετικά.
Μέσα από το κλασικό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, επιλέγοντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνοδευόμενη από την καταπληκτική εικονογράφηση της Θέντας Μιμηλάκη, μάς δίνει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Κοκκινοσκουφίτσας στο δάσος. Η Κοκκινοσκουφίτσα ακούει προσεκτικά τις εντολές της μαμάς, φοβάται να βγει στο δάσος, αλλά το κάνει, διστάζει να κόψει τα λουλούδια, αλλά τελικά παρασύρεται από την επιθυμία της και καθυστερεί, παλεύει εσωτερικά για να χτυπήσει την πόρτα της γιαγιάς, αλλά υπακούει στο καθήκον, θέλει να φύγει μακριά αλλά δεν μπορεί και τελικά με τρόμο βάζει τα κλάματα. Κι εδώ έρχεται η ανατροπή στην αφήγηση, καθώς ανακαλύπτουμε πως η κάθαρση έρχεται με παράδοξο και αναπάντεχο τρόπο, μέσα από μια μορφή εγκιβωτισμένης αφήγησης.
Χωρίς να αποκαλύψω περισσότερα και χαθεί η μαγεία του τέλους, θα ήθελα μόνο να επισημάνω πως παρόλο που η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να γράψει για τον παιδικό φόβο (γι αυτό στο τέλος υπάρχει και σχετικό σημείωμα από την ψυχολόγο Μαρία Δρόσου), η Κοκκινοσκουφίτσα του Βασίλη Κουτσιαρή δε μένει μόνο εκεί. Μέσα από την προσωπική μου ανάγνωση διέκρινα όλα τα χαρακτηριστικά ενός παιδιού που εκφοβίζεται,παρενοχλείται, απειλείται, υποφέρει αλλά δε μιλάει, παλεύει εσωτερικά και τελικά παραδέχεται πως έπρεπε να μιλήσει νωρίτερα. Την αίσθησή μου αυτή επιτείνει και η εικονογράφηση τόσο με την επιλογή των χρωμάτων, όσο και με την επιλογή παρουσίασης της Κοκκινοσκουφίτσας ντυμένης με μακριά κάπα και με πολύ μακρύ μαλλί, στοιχεία που συνειρμικά μου δίνουν την αίσθηση του εγκλωβισμού και της αδυναμίας κινήσεων. Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο, που μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα...
Με αφορμή τα συναισθήματα που γεννά το νέο του βιβλίο ο Βασίλης Κουτσιαρής μάς εξομολογείται μια δική του σχετική παιδική ανάμνηση. Ας την απολαύσουμε...

Το κρυφτό
   Το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το κρυφτό. Όταν άρχιζε να νυχτώνει ένα ένα τα παιδιά της γειτονιάς βγαίναμε έξω. Όποιος αργούσε να έρθει, τρέχαμε στο σπίτι του και τον φωνάζαμε. Αν τύχαινε να είμαι εγώ αυτός που είχα αργήσει, ήταν γιατί έτρωγα. Άρπαζα ένα κομμάτι τυρί και μια φέτα ψωμί και έβγαινα έξω. Η μαμά μού φώναζε αλλά εγώ δεν ήθελα να αργήσω.        Μαζευόμασταν καμιά δεκαριά παιδιά. Αγόρια κυρίως αλλά και κορίτσια. Υπήρχε απέναντι από το σπίτι μου μια αλάνα, ιδανική για κρυψώνες. Εκεί επιλέγαμε συνήθως να πηγαίνουμε. Και λέω συνήθως γιατί αργότερα ανακαλύψαμε και ένα δωμάτιο, γιαπί ακόμα, στο σπίτι ενός γείτονα. Αυτό ήταν ακόμα πιο τρομακτικό. Όχι τόσο για μας που πηγαίναμε, μια που ήμασταν αρκετοί, αλλά για αυτόν που ερχόταν να μας βρει. Απέφευγε να μπει μέσα και έμπαινε μόνο όταν άκουγε γέλια. 
   Έτσι μπήκα και γω μια μέρα. Γιατί άκουσα γέλια. Αυτό τουλάχιστον νόμιζα. Όταν άρχισα να ψηλαφίζω τους σκοτεινούς τοίχους, ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα τρεις τέσσερις που, μόλις τους ακουμπούσα, θα σκάγαμε στα γέλια. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Μέσα δεν υπήρχε κανείς. Έντρομος, έτρεξα έξω και είπα σε όλους τι είχε συμβεί. 
   Δεν αργήσαμε να καθίσουμε όλοι οκλαδόν κάτω από τη λάμπα, ξεχνώντας το παιχνίδι. Τότε κατάλαβα πως ο καθένας μας κάτι είχε να πει. Μια ιστορία που έζησε ή που πίστεψε πως έζησε. Παραφουσκωμένη με τα κατάλληλα υλικά για να κάνει τα μάτια μας να ανοίξουν τόσο πολύ, που φύγαμε δυο δυο για τα σπίτια μας μετά. Και αν η μαμά δεν άναβε το φως της βεράντας, δεν θα περνάγαμε ποτέ την αυλόπορτα για να μπούμε μέσα. 
   Τα χρόνια έχουν περάσει. Η αλάνα έγινε σχολείο, το γιαπί δωμάτιο σπιτιού, τα γειτονόπουλα μεγάλωσαν. Το μόνο που μου θυμίζει πια το κρυφτό είναι οι στύλοι στους δρόμους που εξακολουθούν να λάμπουν, ακόμα και όταν το σκοτάδι απλώνεται πυκνό…

Βασίλης Κουτσιαρής (για να δείτε περισσότερα για το συγγραφέα εδώ)

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Οι συγγραφείς εξομολογούνται...προσωπικές ιστορίες με έντονα συναισθήματα

Ο νέος κύκλος συναντήσεων της Λέσχης Ανάγνωσης ξεκινά με θέματα σχετικά με την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Έτσι στην ενότητα "Οι  συγγραφείς εξομολογούνται..." συγγραφείς γράφουν τις προσωπικές  τους ιστορίες, οι οποίες σχετίζονται με έντονα συναισθήματα και καταστάσεις. Τη δεύτερη ιστορία γράφει η Αγγελική Δαρλάση, η οποία μας μιλά για τη φιλία, τη διαφορετικότητα και τις προκαταλήψεις.
(Περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της εδώ)
Οι διαφορετικοί μου φίλοι
   Όταν ήμουν παιδί, τα καλοκαίρια  που έκλεινε το σχολείο, χαιρόμουν, επειδή μεταξύ άλλων,εγώ… θα συνέχιζα να πηγαίνω σχολείο. Μόνο  που δεν ήμουν μαθήτρια σε εκείνο το σχολείο, αλλά επισκέπτρια φίλη. Σ’ εκείνο το σχολείο εγώ πήγαινα απλά ως …παιδί για να παίξω με άλλα παιδιά.
   Σκαρφάλωνα σε δέντρα και βοηθούσα τον Πάρη να σκαρφαλώσει κι εκείνος. Έπαιζα μπάλα και βοηθούσα  την Ιωάννα πως να μάθει να την κλωτσάει. Κρυβόμουν στο σπιτάκι της αυλής και με προσπαθούσα να πείσω το Νίκο, που κρυβόταν μαζί μου,  να σταματήσει να χαχανίζει και να μουρμουρίζει  για να μην μας βρουν οι δασκάλες.  Έφτιαχνα παζλ κι έδειχνα στον Παύλο πώς να πιάνει τα κομμάτια να μου τα δίνει. Έτρωγα το φαγητό μου και που και που τάιζα κρυφά με το κουτάλι τον Στράτο που αρνιόταν να πιάσει το δικό του κουτάλι. Τραγουδούσα και συνήθως επέλεγα να τραγουδήσω το «άνοιξε το παράθυρο να μπει, δροσιά να μπει του Μάη» επειδή ήξερα πω θα τραγουδήσει κι ο άλλος Νίκος μαζί μου. Γελούσα, χαιρόμουν με αυτούς τους φίλους μου και πολλές φορές θύμωνα μαζί τους, απογοητευόμουν, πείσμωνα και τους … ζήλευα. Τους ζήλευα γιατί διεκδικούσαν και είχαν, το ήξερα πως  είχαν, μερίδιο στην αγάπη της μαμάς μου. Ήταν οι μαθητές της. Δεν με ένοιαζε που ήταν διαφορετικοί από τους δικούς μου συμμαθητές. Ήταν οι μαθητές της μαμάς μου κι είχα κάθε λόγο να τους ζηλεύω. Ήταν όμως και  φίλοι δικοί μου κι είχα κάθε λόγο να τους αγαπώ και να θέλω να τους υπερασπίζομαι.
   Δεν θα ξεχάσω τη μέρα που ο Νίκος κι η Ιωάννα μαζί με μια δασκάλα έβγαιναν έξω. Ήταν η μέρα «του περιπτέρου» για εκείνους. Θα πήγαιναν  να ψωνίσουν στο γειτονικό μαγαζάκι. Πήρα την άδεια να πάω μαζί τους. Και τα τρία παιδιά ήμασταν χαρούμενα γιατί  θα μπορούσαμε να αγοράσουμε μπισκότα. Στο μαγαζάκι η κυρία Μαρία μας υποδέχτηκε χαμογελαστή. Ο Νίκος θα διάλεγε τα ψώνια κι η Ιωάννα θα πλήρωνε. Στο μαγαζί ήταν και μια πελάτισσα που από την πρώτη στιγμή μας κοίταζε καχύποπτα και ξινά. Πρόσεξα πως καθώς το μαγαζάκι ήταν μικρό, μόλις οι φίλοι μου πήγαν προς το μέρος της για να περάσουν να διαλέξουν τα πράγματα που ήθελαν εκείνη τραβήχτηκε σαν τρομαγμένη προς τον τοίχο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ανάλογη αντιμετώπιση από ανθρώπους.  Η κυρία Μαρία μου έκλεισε διακριτικά το μάτι 
   Ο Νίκος πήγε να πάρει τα μπισκότα. Και τότε  άρχισε να φωνάζει και να χοροπηδάει χτυπωντας το κεφάλι του ∙ τα μπισκότα βρίσκονταν σε άλλη θέση από τη συνηθισμένη. Ο Νίκος, όπως και οι άλλοι φίλοι μου, είχε αυτισμό και ήθελε τα πράγματα τακτοποιημένα, πάντα σε συγκεκριμένες θέσεις. Δεν θυμάμαι πως ακριβώς αντιμετώπισε το περιστατικό η δασκάλα και ηρέμησε το Νίκο. Αν θυμάμαι κάτι είναι η φάτσα εκείνης της κυρίας, όχι πολύ μεγάλης. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που είπε: «Τς, τς! Κάτι τέτοια παιδιά με πρόβλημα θα έπρεπε να μην τα αφήνουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα αφήνουν να ζουν». Θυμάμαι πως τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Θυμάμαι τον κόμπο στο λαιμό μου. Την αίσθηση της αδικίας να με σφίγγει στο λαιμό. Δε θυμάμαι γιατί έκανα να την πλησιάσω. Κι εκείνη, προφανώς επειδή νόμισε πως κι εγώ ήμουν αυτιστική, άρχισε να ουρλιάζει: «Μην με αγγίζεις! Βοήθεια!». Με θυμάμαι να γουρλώνω τα μάτια μου έκπληκτη. Ο θυμός με είχε κυριεύσει. Κι εγώ ένα μάλλον ήσυχο κι ευγενικό παιδί, με καλή ανατροφή που σπάνια έβριζα με θυμάμαι να της λέω δυνατά: «είστε ηλίθια! Ηλίθια, ηλίθια». Κι αμέσως από τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Αισθανόμουν  λυπημένη, οργισμένη, ανήμπορη.  Έκλαιγα όλη τη μέρα. Η κακία στα μάτια εκείνης της κυρίας δεν έφευγε από το μυαλό μου.
   Εκείνη η αίσθηση της αδικίας με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Ξανασυνάντησα τόσο έντονα το πρόσωπό της, χρόνια αργότερα, στο βλέμμα που είχαν κάποιοι πρόσφυγες μαθητές μου όταν μου εκμυστηρεύτηκαν την αντιμετώπιση που είχαν τύχει στη χώρα μας.
   Γι’ αυτό κι έγραψα τους Ονειροφύλακες. Για να εκφράσω και να μοιραστώ εκείνα τα συναισθήματα που είχα νιώσει παιδί (αλλά κι ως διδάσκουσα) . Για να μιλήσω για την οργή, το θυμό, την ανημποριά  και τη θλίψη ενός παιδιού απέναντι στους μικρόνοους, μικρόψυχους «μεγάλους». Για το πόσο ακατανόητο φάνηκε σ’ εκείνο το παιδί να βρίζουν τους διαφορετικούς φίλους του. Ακόμη μου φαίνεται ακατανόητο και αφύσικο να μη δεχόμαστε το διαφορετικό. Ακόμη αισθάνομαι οργή και θλίψη απέναντι  σε αυτή τη νοοτροπία. Προσπαθώ να κατανοήσω. Ακόμη κι αν ως ενήλικη συγχωρώ και κατανοώ τη στάση εκείνης της κυρίας (έλλειψη πληροφόρησης, παιδείας, καλλιέργειας κλπ) το παιδί μέσα μου δεν την έχει συγχωρήσει ποτέ.
 Αγγελική Δαρλάση

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Οι συγγραφείς εξομολογούνται...προσωπικές ιστορίες με έντονα συναισθήματα

Ο νέος κύκλος συναντήσεων της Λέσχης Ανάγνωσης ξεκινά με θέματα σχετικά με την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Έτσι στην ενότητα "Οι  συγγραφείς εξομολογούνται..." συγγραφείς γράφουν τις προσωπικές  τους ιστορίες, οι οποίες σχετίζονται με έντονα συναισθήματα και καταστάσεις. Την πρώτη ιστορία γράφει η Παναγιώτα Πλησή, η οποία μας μιλά για τον πόλεμο που δεν έζησε...
(Περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της εδώ)
 
 
Ο πόλεμος που δεν έζησα
 
Ακούγεται παράξενο, αλλά είμαι ένας άνθρωπος που θα ήθελα να είχα ζήσει τον πόλεμο. Και να λοιπόν η ιστορία αυτής της επιθυμίας μου.
   Όταν ήμουνα μικρή ζούσα στην Κύπρο μαζί με την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου είχε κυπριακή καταγωγή και οι γονείς μου είχαν αποφασίσει να ζήσουν εκεί. Στην Κύπρο έζησα μέχρι τα εφτά μου σχεδόν. Έχω αρκετές εικόνες από τους κατεχόμενους τόπους που μεγάλωσα. Το χωριό του πατέρα μου, την Ακανθού, και την πόλη που ζούσαμε, την Αμμόχωστο.
   Ήρθε το καλοκαίρι και τα σχολεία έκλεισαν για τις καλοκαιρινές διακοπές. Οι γονείς μου ήταν και οι δυο καθηγητές, αλλά ο πατέρας μου ήταν Επιθεωρητής εκείνα τα χρόνια και ήταν υποχρεωμένος να μείνει περισσότερες ημέρες στην υπηρεσία. Εμείς, μικροί μαθητές. Ο αδελφός μου είχε τελειώσει την πέμπτη δημοτικού και εγώ μόλις την πρώτη. Συνηθίζαμε τα καλοκαίρια να κάνουμε διακοπές στην Ελλάδα  με τους γονείς της μητέρας μου. Το συγκεκριμένο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1974, ήρθαμε οι τρεις μας.
   7 Ιουλίου. Το θυμάμαι. Στις 8 έχει γενέθλια ο αδελφός μου. Μια εβδομάδα μετά από την άφιξη μας στην ΑΘήνα, γίνεται το πραξικόπημα στην Κύπρο. Η κυβέρνηση πέφτει και αναλαμβάνουν οι στρατιωτικοί. Αυτό το γεγονός εκμεταλλεύονται οι Τούρκοι και με την πρόφαση ότι θέλουν να προστατέψουν τους Τουρκοκύπριους, εισβάλλουν στην Κύπρο. Ο πόλεμος ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου.
    Εκείνες τις ημέρες βρισκόμασταν με τη μητέρα, τον αδελφό, τον παππού και τη γιαγιά μου για διακοπές στο  ξενοδοχείο Ξενία της Πάρνηθας. Συνηθίζαμε να παραθερίζουμε εκεί. Ήταν ένας πολύ όμορφος και πολύ ήρεμος τόπος. Θυμάμαι κάποια στιγμή τη μητέρα μου να είναι πολύ ανήσυχη. Ίσως και να ήταν δακρυσμένη. Ο αδελφός μου όλο ρώταγε. Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω καθόλου ποια ήταν η αιτία αυτή της αναστάτωσης. Κάτι για πόλεμο άκουγα. Αλλά τι ήταν ο πόλεμος; Το μόνο που καταλάβαινα ήταν πως ο μπαμπάς δε θα ερχόταν σύντομα να μας συναντήσει. Όπως και έγινε.
   Μετά από τρεις μήνες θα τον βλέπαμε και ύστερα από ένα χρόνο θα ζούσε μόνιμα μαζί μας. Έπειτα έμαθα για τον πόλεμο από διηγήσεις του πατέρα μου και των συγγενών μας. Είδα φωτογραφίες και ταινίες. Διάβασα και αυτά που είχε γράψει ο πατέρας μου σε ένα βιβλίο με θέμα τα γεγονότα αυτά. Αυτό για μένα δεν ήτανε αρκετό. Ήθελα κατά κάποιο τρόπο να ζήσω τον πόνο, το φόβο και τη δυστυχία ενός πολέμου. Θεωρούσα και θεωρώ ακόμα τον εαυτό μου άτυχο που δεν έζησε και αυτό το βίωμα και το «έχασε» για λίγες μόνο μέρες. Έλεγα όταν ήμουνα παιδί «Γιατί να φύγουμε στις 7;» Μια ζωή φαντάζομαι πώς είναι ο πόλεμος, ενώ είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πώς πραγματικά είναι κι ας μου λένε όσοι τον έχουν ζήσει, «καλύτερα που δεν τον έζησες».
 



Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Οι συγγραφείς εξομολογούνται...οικογενειακά μυστικά

 
Ο Δεκέμβριος μπήκε και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν! Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος μοιράζεται μαζί μας  την προσωπική του ιστορία για το δικό του Άγιο Βασίλη. Καλή ανάγνωση λοιπόν και Καλά Χριστούγεννα!


                           
                                Ο Άγιος Βασίλης της ζωής μου: ο μπαμπάς μου

    Πάντα πιστεύω στον Άγιο Βασίλη. Ο καθένας έχει έναν δικό του, ίδιο με αυτό που πιστεύουμε όλοι, αλλά και διαφορετικό. Είναι ο απεσταλμένος του. Ο βοηθός του. Αυτός που κάνει τη δουλειά για λογαριασμό του. Ποια είναι η δουλειά; Να μοιράζεις αγάπη και χαρά.
   Ο Άγιος Βασίλης λοιπόν της δικής μου ζωής είναι ο μπαμπάς μου. Κι όχι μόνο τα Χριστούγεννα. Πάντα. Πάντα είναι εκεί για να μου δώσει απλόχερα τα δώρα του. Σε όποια στιγμή και μέρος του κόσμου τον χρειαστώ, αυτός θα είναι εκεί. Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιήσει έλκηθρο ή γαϊδουράκι. Ξέρω ότι θα είναι εκεί , με έναν τρόπο μαγικό.  
   Όταν ήμουν μικρός δεν το είχα καταλάβει ότι αυτός που έβλεπα κάθε πρωτοχρονιά δεν ήταν ο Άγιος ο αληθινός, αλλά ο δικός μου Άγιος Βασίλης. Ερχόταν ο ίδιος – δεν ξέρω που έβρισκε τη στολή, τα μούσια, το σάκο με τα δώρα - κι εγώ δεν τον αναγνώριζα. Με θάμπωνε το κόκκινο και με σάστιζε η ερώτηση «ήσουν καλό παιδί;»
Ήμουν;
Ήμουν!
Για να παίρνω τα πιο υπέροχα δώρα.
   Λίγα χρόνια αργότερα, από το φόβο να μην τον αναγνωρίσω ο Άγιος Βασίλης μου δεν ερχόταν αυτοπροσώπως. Η τεχνολογία τον βοηθούσε. Μου τηλεφωνούσε και μου έλεγε με χοντρή γεροντίστικη φωνή σε ποια σημείο έχει αφήσει τα δώρα στον κήπο μας στην Αγία Παρασκευή. Όχι, δεν με έπαιρνε από το κινητό κι ούτε έβλεπα την αναγνώριση κλήσης. Δεν υπήρχαν τότε τέτοιες ψηφιακές ευκολίες.. Μου τηλεφωνούσε από το τηλέφωνο του περιπτέρου στην Οδό Μεσογείων, που τότε δεν ήταν ακόμα λεωφόρος. Πάλι με ρωτούσε αν ήμουν καλό παιδί.
Ήμουν;
Ήμουν.
Για να παίρνω τα πιο υπέροχα δώρα.
   Μετά ο Άγιος Βασίλης είχε πολλή δουλειά και απλά όταν γυρίζαμε από τη θεία και το θείο μου, στο σπίτι των οποίων παραδοσιακά αλλάζαμε χρόνο τρώγοντας υπέροχο ρύζι, έβρισκα τα δώρα κάπου στη βεράντα μας.
   Η ανταλλαγή δώρων ήταν τόσο δυνατό έθιμο στην οικογένειά μας που όταν φτάσαμε στην εφηβεία το αναλάβαμε εμείς, η αδελφή μου η Σίσσυ, η ξαδέλφη μου η Νανά κι εγώ, ο μικρότερος. Και τότε ανακάλυψα τη μαγεία και τη χαρά του να κάνεις δώρα.
    Ώστε έτσι δικέ μου Άγιε Βασίλη, εσύ απολαμβάνεις περισσότερο από όλους μας – γιατί εσύ δίνεις αγάπη κι αυτό είναι τόσο μαγικό! Ακόμη καλύτερο κι από το παίρνεις δώρα.
    Τα χρόνια κύλησαν και έγινα κι εγώ πατέρας. Ώρα να απολαύσω κι εγώ τη χαρά του να κάνεις δώρα.
    Όταν η κόρη μου ήταν μικρή, κατ’ εντολή του δικού μου Άγιου Βασίλη πήρα μια στολή από το σχολείο και αποφάσισα να εμφανιστώ από τη βεράντα του σαλονιού. Ευτυχώς τότε νοικιάζαμε μια μονοκατοικία στο Γέρακα και δεν χρειάστηκε να πετάξω. Σκαρφάλωσα λοιπόν από τον κήπο στη βεράντα. Η στολή όμως μου ήταν μικρή κι έτσι δεν μπορούσα να τεντώσω το πόδι μου καλά. Έμεινα να αιωρούμαι πάνω από τα κάγκελα. Οι άλλοι από μέσα γελούσαν. Ευτυχώς το μωρό μου δεν με είδε παρά μόνο όταν είχα φτάσει στο παράθυρο και χτύπησα να μου ανοίξουν. Στα μάτια της ίδια η λάμψη που υπήρχε και στα δικά μου μάτια όταν ήμουν μικρός.
     Στα δυο της χρόνια ήρθα κανονικά από την πόρτα. Άφησα τα δώρα. Χτύπησα το κουδούνι κι έτρεξα να φύγω. Είδε κάποιον με κόκκινη στολή να τρέχει να προλάβει όλα τα παιδάκια και ρώτησε «Μπαμπάς;»
    Μετά αποφάσισα πως αφού είχε μεγαλώσει θα αφήνω πια τα δώρα έξω από την πόρτα ή τα παράθυρα ή την ταράτσα και θα ακούγονται μόνο τα καμπανάκια από ένα άστρο μακρινό. Αυτό θα ‘ναι το έλκηθρο με το οποίο ταξιδεύει ο Άγιος Βασίλης για άλλα μέρη, για άλλα παιδιά. Α! θα τρώω και τον κουραμπιέ, θα πίνω και το κονιάκ. Αδιάσειστα πειστήρια ότι ο Άγιος Βασίλης πέρασε από το σπίτι μας, έστω κι απέξω.
     Έτσι έκανα μέχρι που όταν είχαμε πια μετακομίσει στο σπίτι μας στην Παιανία, γεννήθηκε και ο γιος μου. Την πρώτη χρονιά χτύπησα το κουδούνι. Είδαν τον Άγιο Βασίλη στην οθόνη της θυροτηλεόρασης. Δεν είχε χρόνο να ανέβει επάνω. Άφησε τα δώρα κι έφυγε βιαστικός.
- Σου έμοιαζε μπαμπά. Ειδικά ή φωνή του.
     Αποφάσισα λοιπόν να κρεμάω τα δώρα από την ταράτσα στο μπαλκόνι των δωματίων τους, έτσι όπως … τα ρίχνει ο Άγιος Βασίλης από το έλκηθρο και να αφήνω σημείωμα με γράμματα βυζαντινά. Την επόμενη χρονιά κρεμάστηκα λοιπόν από την ταράτσα να δέσω τα δώρα με κορδέλες. Δύσκολο να πετύχω το σωστό μήκος ώστε τα δώρα να κρέμονται έξω από το παράθυρο. Τα κατάφερα μετά από πολλές προσπάθειες, λίγο πριν ακουστούν τα κουδουνάκια.
     Τελικά δεν είμαι καλός Άγιος Βασίλης; Τα παιδιά μου θα το κρίνουν όταν γίνουν κι εκείνα ο Άγιος Βασίλης των δικών τους παιδιών. Απλά εγώ χρόνια προσπαθώ να μοιάσω στο δικό μου και είναι τόσο δύσκολο γιατί αυτός μόνο να δίνει ξέρει. Να προσφέρει όλο το χρόνο χωρίς να ζητά.
Ήμουν καλό παιδί;
Ήμουν!
Αφού είχα και έχω τέτοιο Άγιο Βασίλη! Αυτό είναι τελικά το αληθινό μου δώρο.
   Συζητώντας με το γιο μου το φθινόπωρο για το τι θα φέρει φέτος ο Άγιος Βασίλης, μου είπε: «Μου λένε πως ο Άγιος Βασίλης είσαι εσύ!»
«Εγώ;»
«Ναι, εσύ παίρνεις τα δώρα και τα φέρνεις»
    Ο καθένας μας έχει τον Άγιο Βασίλη του. Εγώ μπορώ να φέρνω δώρα σε όλα τα παιδιά; Πώς γίνεται αυτό; Απλά αληθινός χρειάζεται βοηθούς.»
«Τελικά ο Άγιος Βασίλης είσαι εσύ;»
«Όχι. Πάντως ο δικός μου Άγιος Βασίλης είναι … ο μπαμπάς μου!»
«Αλήθεια; Άγιος Βασίλης είναι ο παππούς;»

«Είναι»




Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Οι συγγραφείς εξομολογούνται...οικογενειακά μυστικά!

Στην ενότητα αυτή οι συγγραφείς γράφουν προσωπικές ιστορίες, αναμνήσεις και γεγονότα σε σχέση με το θέμα των βιβλίων που διαβάζουμε κάθε φορά στη Λέσχη Ανάγνωσης - Φιλαναγνωσίας. Έτσι συνεχίζουμε με τη θεματική της οικογένειας και με την "εξομολόγηση" της Ιωάννας Μπαμπέτα. (περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της εδώ)


Μια σοκολατένια σκανταλιά

  Το σαλόνι των παιδικών μου χρόνων ήταν ένα δωμάτιο απαγορευμένο. Έκλεινε με συρόμενες πόρτες οι οποίες άνοιγαν μόνο όταν ερχόταν κάποιος επισκέπτης.
  Ό,τι είναι απαγορευμένο όμως είναι και απίστευτα γοητευτικό. Έτσι, κάθε φορά που η μαμά με άφηνε με τον αδερφό μου για να κάνει κάποιες δουλειές, άρπαζα την ευκαιρία για να τρυπώσω μέσα. Κι εκεί, στο τετράγωνο τραπεζάκι, βρισκόταν ο παιδικός μου θησαυρός. Μια μεγάλη φοντανιέρα. Έτσι την έλεγε η μαμά και μου ακουγόταν πολύ εξωτικό όνομα. Ουσιαστικά ήταν ένα κρυστάλλινο βαθύ μπολ με καπάκι. Το αγαπούσα για δυο λόγους. Πρώτον γιατί ήταν γαλάζιο, ακριβώς στο χρώμα της θάλασσας και δεύτερον γιατί ήταν γεμάτο με σοκολατάκια.
  Καθόμουν αναπαυτικά στους λουλουδάτους καναπέδες του σαλονιού προσέχοντας να μην λερώσω και να μην τσαλακώσω τα μαξιλάρια. Ήταν τόσο γλυκιές στιγμές εκείνες. Στην κυριολεξία γλυκές όμως γιατί ταυτόχρονα απολάμβανα τα σοκολατάκια. Που κι αυτά δυστυχώς ήταν μόνο για τους καλεσμένους.
  Για να μην το πάρει είδηση η μαμά πως τα έτρωγα, ξεδίπλωνα προσεχτικά το χαρτί, που τόσο μου άρεσε έτσι όπως γυάλιζε, έτρωγα το σοκολατάκι και στη θέση του έβαζα ένα κομμάτι πλαστελίνης. Το τύλιγα με προσοχή και το έχωνα στο βάθος της φοντανιέρας.
  Στη γιορτή του μπαμπά όμως ήρθε κόσμος πολύς. Όλοι άπλωναν το χέρι τους για να δοκιμάσουν ένα σοκολατάκι και πολλοί από αυτούς ανακάλυψαν την πλαστελίνη… Ευτυχώς που ήταν γιορτή. Γέλασαν και κανείς δεν με μάλωσε. Απλώς το θέμα ήταν πως μετά από αυτό η φοντανιέρα παρέμενε άδεια. Έψαξα να βρω τα σοκολατάκια. Δυστυχώς η μαμά τα είχε κλειδώσει στο ντουλάπι του σκρίνιου. Άλλη μία περίεργη λέξη, που κατά κάποιον τρόπο ακουγόταν σκληρή. Το σκρίνιο ήταν ένα μεγάλο έπιπλο από ξύλο καρυδιάς. Όλο ντουλάπια και ραφάκια.
  Τόσα χρόνια μετά και η γαλάζια φοντανιέρα στολίζει το δικό μου τραπεζάκι. Σκρίνιο δεν έχω γιατί δεν συμπαθώ τα ντουλάπια με κλειδαριές. Η φοντανιέρα μου είναι γεμάτη με σοκολατάκια και καραμέλες. Έχω ακόμα και τώρα κρυμμένες πλαστελίνες στο γραφείο μου και απολαμβάνω να τρώω σοκολάτες στα κρυφά. Και τα παιδιά μου το ίδιο!
  Απλά αναρωτιέμαι… αυτά τα σοκολατάκια των παιδικών μου χρόνων δεν είχαν ημερομηνία λήξης; Ίσως είναι σαν τις αναμνήσεις κι αυτά που δεν έχουν!

Ιωάννα Μπαμπέτα

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Οι συγγραφείς εξομολογούνται...οικογενειακά μυστικά!

Στην ενότητα αυτή οι συγγραφείς γράφουν προσωπικές ιστορίες, αναμνήσεις και γεγονότα σε σχέση με το θέμα των βιβλίων που διαβάζουμε κάθε φορά στη Λέσχη Ανάγνωσης - Φιλαναγνωσίας. Έτσι ξεκινάμε με τη θεματική της οικογένειας και με την πρώτη "εξομολόγηση" της Έλενας Αρτζανίδου. (περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της εδώ)



Χαρές και λύπες στην οικογένεια

    Πριν κάποια χρόνια ένα μεσημέρι του Γενάρη οι γονείς μου δάκρυσαν όταν γεννήθηκα, έτσι μου είπαν, και ξαναδάκρυσαν ένα χρόνο μετά, όταν γεννήθηκε ο αδερφός μου.
   Ξέρετε, εμείς γεννηθήκαμε στη Γερμανία, αφού οι γονείς μας ζούσαν και δούλευαν στον μακρινό εκείνο τόπο.
   Θυμάμαι τα Κυριακάτικα πρωινά μας που ξυπνούσαμε πρώτοι μαζί με τον αδερφό μου και στηνόμασταν μπροστά στην τηλεόραση για να παρακολουθήσουμε πρώτα την ορχήστρα της κλασικής μουσικής, ο αδερφός μου έκανε πως είναι ο μαέστρος και εγώ τον θαύμαζα για τις κινήσεις των χεριών του που έμοιαζαν με του αληθινού μαέστρου. Αμέσως μετά μέναμε αγκαλιασμένοι παρακολουθώντας την αγαπημένη μας «Πίπη η φακιδομύτη».
   Όταν ξυπνούσαν οι γονείς μας μας έβρισκαν ακόμη αγκαλιασμένους και τότε ήταν που ο μπαμπάς μας αναλάμβανε να μας λέει ιστορίες από την πατρίδα, αλλά και για τον Ηρακλή και αργότερα όσο μεγαλώναμε μπήκε και ο αγαπημένος μας ο Κολοκοτρώνης. Η μαμά στο μεταξύ μας ετοίμαζε τα ωραιότερα γλυκά και μας τραγουδούσε και εμείς γελούσαμε από χαρά, ενώ θυμάμαι πως μέσα μου έλεγα πως είμαστε η ωραιότερη οικογένεια του κόσμου.
   Κάποια μέρα όμως αναγκαστήκαμε να χωρίσουμε από τους γονείς μας .Η μαμά και ο μπαμπάς έμειναν πίσω να δουλέψουν και εγώ με τον αδερφό μου επιστρέψαμε κοντά σε σε θείους στην Ελλάδα.Η οικογένειά μας για δυο χρόνια δε γελούσε και δεν έλεγε τραγούδια και ιστορίες. Ευτυχώς όμως ήρθε πάλι η στιγμή που ξαναβρεθήκαμε και τότε μαζί με τις ιστορίες και τα τραγούδια οι γονείς μας ήταν δίπλα μας σε ότι κάναμε στο σχολείο και αργότερα στις σπουδές μας. Η αγαπημένη οικογένειά μου έμεινε μαζί μας και δε θα χώριζε ξανά για πολλά χρόνια όπως και «Η οικογένεια» που σκέφτηκα να γράψω στο βιβλίο και κυκλοφόρησε από τις εκδ.Ψυχογιός.
   Χρόνια μετά μπήκαν και άλλοι στην οικογένεια αφού ο αδερφός μου παντρεύτηκε και τότε σαν η ανεψιά μου γεννήθηκε όλοι δακρύσαμε από χαρά και ξαναπιάσαμε τα τραγούδια, τις ιστορίες και τα παραμύθια και αγαπηθήκαμε περισσότερο.
   Όμως σαν γεννήθηκε ο ανεψιός μου οι όμορφες μέρες και οι στιγμές ξαφνικά έγιναν γκρίζες όταν καταλάβαμε πως δεν μπορεί να μιλήσει και η οικογένεια μου έμεινε για πολλές μέρες αγέλαστοι κα αμίλητοι όταν ο γιατρός μας ανακοίνωσε πως ο λατρεμένος μας ανεψιός έχει στοιχεία αυτισμού.
   Τότε όλοι στην οικογένεια μου, μαζί και εγώ, στην αρχή πονέσαμε, κλάψαμε απογοητευτήκαμε όμως όταν τα δυο του μάτια μας κοίταξαν και τα χειλάκια του μας χαμογέλασαν τότε δυναμώσαμε και αποφασίσαμε να μην ντρεπόμαστε για εκείνον και να είμαστε περήφανοι που είναι στην οικογένειά μας.
   Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν δέκα χρόνια και δεν σταματήσαμε να τραγουδάμε, να λέμε παραμύθια και ιστορίες και να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Αγαπημένοι και ενωμένοι δίχως ντροπή σκέφτηκα και έγραψα ένα άλλο βιβλίο «Δεν ντρέπομαι πια» στις εκδόσεις Ψυχογιός, αφού οι χαρές και οι λύπες, το τραγούδι και το κλάμα ενώνουν πιο πολύ τις οικογένειες όπως και τη δική μου.

Αρτζανίδου Έλενα